Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΡΚΟΥ ( GRUAJA E PARKUT) / PETRO ÇERKEZI (PETRO ÇERKEZI)

 
PETRO ÇERKEZI
 
 
Το κείμενο της Κυριακής. Krijimi i së dielës.
Δίγλωσσα κείμενα. Krijime dygjuhëshe.
 
 
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΡΚΟΥ
 
Η γυναίκα του πάρκου έμοιαζε με παλιά γνωστή. Είχε γυρίσει το κεφάλι με μια κλήση προς τα δεξιά σαν να προσευχόταν. Ο αέρας πότε έπαιζε με τις σγουρές μπούκλες πάνω στο μέτωπό της, πότε με το λιλά φουστάνι που το άρπαζε από τα γόνατά της. Ίσως κοιμόταν. Εκείνη η κλήση σου θύμιζε κάτι από λουλούδι που ζητάει τον ήλιο του. Το πρόσωπό της το είχε κατακτήσει μια αγγελική γαλήνη. Πλάι της υπήρχε ένα ανοιχτό βιβλίο που το ξεφύλλιζε πότε-πότε με αόρατα δάχτυλα ο αέρας. Ίσως να ήταν προσευχητάρι. Ίσως το βιβλίο των ερωτευμένων. Ίσως το βιβλίο της μοναξιάς. Ίσως των νεκρών.
Η γυναίκα έμοιαζε γνωστή. Ίσως να ήταν από εκείνες που χαρίζουν γενναιόδωρα κάτι σε όλους τους άντρες και συνήθως ξεχνάς το πρόσωπο της ή ίσως είναι τόσο κοινά τα χαρακτηριστικά τους που μοιάζουν γνωστές, αλλά απρόσωπες.
Η γυναίκα καθόταν ακίνητη και περίμενε. Ίσως είχε ραντεβού. Ίσως περίμενε το αγόρι της ή ίσως κάποιον παλιό έρωτα. Όλη την ημέρα δεν την πλησίασε κανείς. Μόνο μια γάτα πηγαινοέρχονταν χαϊδεύονταν στα πόδια της νιαουρίζοντας σαν να της έλεγε: ξύπνα, πόσο θα κοιμηθείς ακόμα! Κατά το σούρουπο ήρθε κι έκατσε πλάι της χωρίς να ζητήσει την άδεια της ένας από τους μπεκρήδες της πόλης. Άρχισε να της λέει μισόλογα μεθυσμένου. Κάποια στιγμή έβγαλε το μπουκάλι από τη τσέπη. Το γύρισε μια φορά για λόγου του. Ακουγόταν το λαίμαργο γκλου-γκλου στο λαρύγγι του. Μετά γύρισε από εκείνη και της το πρόσφερε.
«Έλα, στην υγεία σου», της λέει μασώντας τα λόγια του, «δεν είμαι μέθυσος, απλώς πίνω για να σκοτώσω τα βάσανα και την οδύνη του μοιραίου κόσμου».
Η γυναίκα δεν ανταποκρινόταν.
«Παρ’ το ντε, στην υγειά σου λέω δε μ’ ακούς;» είπε ξανά ο μέθυσος. «Έλα, μη ντρέπεσαι, ρακί είναι, το πίνουν όλοι. Φίλησε το μπουκάλι, θα σου γαργαλήσει τα σωθικά και θα νιώσεις υπέροχα. Έλα να ενώσομε τις μοναξιές μας και να ξεχάσομε τα μεράκια μας», είπε και την άγγιξε στον ώμο.
Μόλις την άγγιξε εκείνη έπεσε στην αγκαλιά του με μια απότομη πτώση.
Η νύχτα είχε νεκρά μάτια σαν της γυναίκας του πάρκου.
 
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
 
 
 
GRUAJA E PARKUT
 
Gruaja e parkut ngjante me tё njohur tё vjetёr. Kishte kthyer kokёn me njё pёrkulje paksa djathtas dhe ngjante sikur falej. Era herё luante me njё cullufe kaçurele mbi ballё, herё me fustanin ngjyrё lila, qё ja kish rrёmbyer nga gjunjёt. Ajo qёndronte e palёvizёshme. Ndoshta flinte. Ajo pёrkulje tё sillte ndёrmend diçka prej luleje qё kёrkon diellin e saj. Fytyrёn ja kishte pushtuar njё qetёsi ёngjёllore. Pranё saj ishte njё libёr qё e çfletonte herё-herё me gishta tё padukёshme era. Ndoshta ishte njё lutjesore. Ndoshta libri i tё dashuruarve. Ndoshta libri i vetmisё. Ndoshta libri i tё vdekurve.
Gruaja ngjante e njohur. Ndoshta ishte ndonjё nga ato qё i fal diçka bujarisht çdo burri dhe zakonisht i harron fytyrёn, a ndoshta janё kaq identike karakteristikat e tyre qё ngjajnё tё njohura, po pa fytyrё.
Gruaja rrinte palёvizur dhe priste. Sytё i kishte tё mbyllur. Ndoshta ёndёrronte. Ndoshta kishte takim e priste dikё. Ndoshta priste dashnorin e saj, apo ndoshta e kishin sjellё kёmbёt padashur nё vendin e njё pikёtakimi tё shkuar erotik. Gjithё ditёn rrinte e ngulur atje dhe nuk ju afrua askush. Vetëm një mace vej e vinte i përkëdhelej tek këmbët duke mjaullitur sikur donte t’i thoshte: zgjohu, sa do flesh akoma! Ndaj mbrёma erdhi e ju ul pranё pa i marrё leje njё nga pijanikёt e qytetit. Filloi t’i thoshte gjysmafjalёsh tё dehurish. Njё çast nxori shishen e rakisё nga xhepi. E rrekёlleu njё herё pёr vete. Dёgjohej glu-gluja makute e grykёs sё tij. Pastaj u kthye nga gruaja dhe ja ofroi me njё xhentilencё disi komike.
“Eja, tё pimё pёr shёndetin tёnd”, i thotё duke pёrtypur fjalёt. “Nuk jam pijanec, pi thjeshtё pёr tё mbytur marazet dhe dhimbjet e kёsaj dynjaje mjerane”. Gruaja nuk ju pёrgjigj. Madje as lёvizi, nuk ktheu as kokёn. Qёndrimi i saj mospёrfillёs e nxiti mё shumё pijanikun.
“Merre tё them, nuk do tё pish pёr shёndetin tёnd? Nuk mё dёgjon?” pyeti sёrish pijaniku. “Eja, mos ki turp, raki ёshtё, e pinё tё gjithё. Puthe shishen do të gudulisi disi dhe do të ndihesh mrekullisht. Eja tё bashkojmё vetmitё tona dhe tё harrojmё brengat qё na lёndojnё”, tha dhe e preku nё sup.
Sapo e preku ajo i ra nё prehёr me njё rёnie tё befasishme.
Nata kishte sy tё vdekur si tё gruas sё parkut.
 
PETRO ÇERKEZI

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s